Προσωπική Ποίηση

ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ 
 ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Η ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΙΑ  

1. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ –ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΟΝΤΙΚΟΣ

·        Μεγάλο ποιήμα
·        Rolling Stones
·        Ο μέγας τραπεζίτης
·        Η προ-Παρασκευή
·        Η Αμαξοστοιχία
·        Η άλλη, η άλλη! (Κυπριακό Σονέτο)

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ –ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΙΚΟΣ

·        Ελληνική Ιστορία
·        Προς αντιπαραβολήν
·        Κλαύδια
  
4. ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ –ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΣ

·     Ποιός έρωτας;
·    «Πλείη μεν γαρ γαία κακών πλείη δε θάλασσα» Ησίοδος
·    Δάφνη (αγάπη στον υπόνομο)

ΕΛΕΥΘΕΡΟ

·        Το γράμμα



Μεγάλο ποιήμα

Η πόλη είναι βουτηγμένη μες την αμαρτία,
μυρίζει μπύρα και ζαμπόν η κοινωνία,

πολιτικοί τσιγγάνοι και φτερά,

άσπρες μαύρες τρίχες και λεφτά.
Χαμηλό φώς, δυνατή μουσική και πονάνε τ’αυτιά,
δεν είναι η μουσική που μας τρελαίνει, κι ούτε η ηχορύπανση μας φταίει,
αιχμάλωτοι στην ίδια πόλη.

Αιχμάλωτοι στην ίδια πόλη. Και πόσο θα αντέξω;
ανεβαίνουνε τα κόστα, λιγοστεύουνε τα πόστα
και ΄γω στην πόλη αυτή μεγάλωσα και είναι σχεδόν αστείο,
τριάντα χρόνια μάζευα τόκους και καταθέσεις.
Μυρίζει μπύρα και ζαμπόν η κοινωνία.
Δεν είναι τα τραγούδια π΄ αγαπάμε
δεν είναι καν τα χώματα εκείνα που πατάμε.

Πατάμε σαύρες και σκουλήκια,
σκουπηδαριό και υψηλή τεχνολογία.

Αυτοί πετάνε πετάνε πετάνε,

και μεις τα σπάμε τα σπάμε τα σπάμε.
Η υλική τεχνολογία, η οικονομική αιμορραγία, μα ποιά ανθρώπινη αυτοαξία; Μαύρες άσπρες τρίχες και λεφτά.
Πέφτει επικίνδυνα ξανά, η μετοχή στο ΧΑΚ.

Χαθηκε η καλοσύνη,
μες τα βογγητά!
Η γκόμενα όλο φωτόλυση και πρόσθεση στα ψεύτικα βυζιά,
μαρσάρουνε γκαζώνουνε και χρήματα στα μούτρα της σκορπάνε,
δημοσιογράφοι ηθοποιοί τραγουδιστές,
μεγαλοεργολάβοι ιατροί, επενδυτές,
και εμεις δεν έχουμε ούτε ψωμί να φάμε.

Μην τις κοιτάς και μη ζουλεύεις.
Γύρνα να πάμε σπίτι,
η πόλη είναι βουτηγμένη μες την ανυποληψία,
είμαστε από ψηλά ελεύθερα ρηγμένοι μες την ανυπαρξία...
Άνθρωπος τρώει άνθρωπο πρόγευμα στο κρεβάτι
Homo homini lupus



.....................................





Rolling Stones

Ο νομοθέτης ούτος έθεσε τους νόμους και την τάξη,
τον άνθρωπον τον έβαλεν σε μιάν σειρά και τάξη.
Η τάξη είχεν μια σειρά και μια σειρά με βόλους,

νόμους που επροστάτευαν λογής λογής θηρία,
και δυστυχώς, ο δικαστής, τους βόλους εσημάδεψε κι έχασεν την ουσία.
Το δίκαιο των πολλών εγίνην αστειότης
και το δίκαιο του ισχυρού κατέστιν ματαιώτης.
Ο βόλος εθρυμμάτισε σε χίλια δυο σημεία,
ο νόμος ΄γίνην άδικος,

άροτρο για εξουσία. Οι πλούσιοι και ισχυροί εξουσιάζουν επι πάντων,
έτσι ο δικαστής ο Καίσσαρας, του νόμου παντοκράτωρ,
τον πλούσιο και ισχυρό, αθώον ονομάζει,
έτσι διπλό-τριπλό μισθό απέκτησε και εξόχως καλήν φήμη,
μα εμένα τον φουκκαρά, τον νηστικό τον πάντα κουρεμένο,
στη φυλακη με πέταξε για μια φραντζόλα ξένη.

Εκείνοι έκλεψαν την Tράπεζα και εγώ απ΄το τραπέζι


κι ας μην γελιέστε άνθρωποι κι ας μην εξαπτήσθε
ο νόμος είναι βόλος

Dura Lex, sed Lex-rolling stone sex


.....................................

Ο μέγας τραπεζίτης


Ρωτά και πάλι ο γιατρός: «Σε πονάει το δοντάκι;
Οι προγόμφιοι και γομφίοι ή μήπως οι τομείς;
Η άνω γνάθος ή η κάτω ή μήπως και τα ούλη;
Άνοιξε το στόμα και μη φοβού, είμαι ο ειδικός, ο οδοντογιατρός.»

-Αααα. φοβούμαι γιατρέ φοβούμαι γαρ;

-Σσς, εγώ είμαι δω, εγώ είμαι δω,
πάω να φέρω το τροχό.
Μείνε ακίνητη, ακίνητη, μην κουνιέσαι και μη μιλάς...
Και...έτοιμή....εξαγωγή

Η μικρή Μαρία είναι ετών εφτά,
μάτια γαλανά και ξανθά μαλιά και γονείς Ρομά,
το αναγνώρισα από τους κυνόδοντες που εχουν τρυπήσει το λαιμό της,

της δίνω ένα παγωτό και την στέλνω στο καλό

Testis unus, testis nullus -Χορεύοντας με τους λύκους

 

.....................................

 


Προ-παρασκευή στο μπαρ του Τρασιμέντου


Εεε, εσύ που με κοιτάς,
να μην το κάνεις...
Γιατί η ψυχή μου είναι βρώμικη πέρα ως πέρα
και το κορμί μου ασθενικό.
Τρέμω απ΄το μεθύσι μου,
φοβάμαι την σκιά σου.
Εεε,  μπούχτησα με τούτο τον τραγέλαφο μ΄αυτή την ιστορία,
μια ιδέα στρουφογυρνά και χάνεται σαν σβούρα στο μυαλό μου,
τ΄αυτάκια μου τα έραψα κι άνοιξα τα μυαλά μου.
Το πιοτό με βοηθά, να μην ξεχνώ, θα βγώ απ΄το σπίτι και να εκδικηθώ,
τσαγγάρης ήμουν μια ζωή, Δημήτρης τ΄ ονομά μου.


.....................................

 

Η Αμαξοστοιχία


Η ώρα είναι τρέις.
Μαζί με ΄μένα περιμένουνε, πολλοί-πολλοί μαζί.
Άλλοι κοιτάνε δεξιά και άλλοι απ΄την άλλη.
Ένας ινδιάνος παίζει μουσική,
έχει κασεττόφωνο και μιά σειρά CD.

Ο κόσμος ανησυχεί, η ώρα είναι τρείς.
-Μα που είσαι οδηγέ, κι ακόμη να φανείς;
Το παιδί έχει αποκοιμηθεί,
η μάνα το κρατεί,
ο πατήρ, είμαι εγώ -Να μην ακούω ώχ.

Ο ντέτεκτιβ σταθμάρχης, αδιαλείπτως παρακολουθεί
τις ύποπτες κινήσεις, τις τσάντες και τις φάτσες.
Εγώ έχω στα γόνατα χαρτοφύλακα μελαχρινό,
με σιδερένιο κωδικό.
ΤΙΚ. ΤΙΚ.

Νικ, Νικ, φωνάζω στο παιδί,
«Δεν θέλουμε CD»
έχουμε αποστολή,
εμπιστευτική και άκρως ιδιωτική.

Φώς, Φώς, από τη σκοτεινή τη σύραγγα, ζεστένουνται οι ράγες,
ευθύς σηκωνόμαστε προσοχή, το τράμ είναι στη γραμμή,
η ώρα είναι τρείς και τρείς.
Η αναχώρησή μας ξεκινά σε μερικά λεπτά.
ΤΙΚ. ΤΙΚ.

Ένας ραββίνος με σκουφί
και κοτσιδάκια στίλ γιαχνί.
Και πού να βρέθηκε στον ηλεκτρικό;  -Κακό αυτό

Παίρνω τη γυναίκα μου και το παιδί,
θα πάμε με ταξί.
Γιατί αυτοί,
ο Ινδιάνος και ο Ραββί
είναι απ΄την αντι-
τρομοκρατική.
A carne di lupo zanne di cane

 

.....................................


Η άλλη, η άλλη!


Ευχή σου δίνω τώρα δα, ευχή μου και κατάρα:
είθε να τρέμει η γής φωτιά, ασίδερο κι ατσάλι,
ψευτιές πολλές αράδιασε ο Κυβερνήτης πάλι,
μέχρι και όρκους ψεύτικους ο νούς του ξαναπλάθει,
σαν της πλεξούδας τα βρουλιά, μισές αλήθειες είπε,
αλλιώτικα γινήκανε, αλλιώτικα τα λέει...
Και μάτι δεν έκλεισες Λαέ, κι ουρλιαχτά θαρρείς πως σαν ν΄ακούεις,
είναι το βάρος μες το στήθος σου κι ο βρόγχος στο λαιμό σου;
Ξέρεις πως ξεγελάστηκες, για μιά φορά ακόμη!
Ειρήνη μας τσαμπουναγε, Δικαιοσύνη, Ελευθερία
χαλίνωσε τα όνειρα με το σφυρί και το δρεπάνι...

Βία, φτώχεια συμφορά και ατιμωρισία, ω σκοτάδι κι ουρανέ, φωτιά 
κι αστροπελέκι, ω γιέ της συμφοράς και της ψευτιάς μαστόροι,
ελάτε να το μάθετε, το φώς, το φώς θα διαφεντέψει.

Si vis pacem, para bellum
Acta est fibula


Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Ο Σ   Κ Υ Κ Λ Ο Σ



Ελληνική Ιστορία

Ο Λεωνίδας ο Βασιλιάς  δεν κρύφτηκε στο σπίτι.
O Λεωνίδας ο Βασιλιάς μάζεψε την φρουρά του, πήρε την ασπίδα του
και το μακρύ σπαθί του.
Ο Λεωνίδιας ο Βασιλιάς πήγε στις Θερμοπύλες,
τον Ξέρξη δεν φοβήθηκε μήτε τους Αθανάτους -οι εχθροί είναι πολλοί,
μα η καρδιά μεγάλη.

-Τα Κάδμεια, τα Κάδμεια αυτά μας εμαράναν

Ο Λεωνίδας σκεφτικός και συνοφρυωμένος,
το μυστικό το πέρασμα προδόθηκε στους ξένους,
καθώς οι άλλοι Έλληνες έτρεξαν για να φύγουν.

-Οι Ολυμπιακοί, τα Κάδμεια αυτά μας εμαράναν,
τα όπλα τα ιερά και των Θεών τα ντέρτια.

Ο Λεωνίδας παίρνει κοφτή αναπνοή και λέει στους Τρακόσους,
«Εσείς θα παραμείνετε, οι άλλοι ας φύγουν τώρα. Μόνοι μας θα κερδίσουμε
τη δόξα του θανάτου. Πάμε»
-Λεωνίδα, φώναξε ο Δημόφιλος, «ΟΙ ΘΕΣΠΙΕΙΣ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ»,
«Δεν θα σε αφήσουμεέ να πάρεις μόνος σου, των Θερμοπυλών την δόξα»

Οι δύο αρχηγοί ασπάστηκαν  και πήραν το σπαθί τους,
κι ο Μεγιστίας απλά συμπλήρωσε:

«μέλλοντα έσεσθαι»



.....................................

 

 

Προς αντιπαραβολήν

Ο φιλοπέρσης βασιλιάς της Σαλαμίνας Γόργος,
την εξουσίαν χάνοντας, εφάνηκε ο βόθρος,
και της Κύπρου ο οχετός ακόμη αναβλύζει.

Πρώτα οι Αμαθούσιοι μετά-μετά και άλλοι, την επανάστασην επρόδωσαν πρωτού καλά-καλά αρχίσει και τον Ονήσιλο εκάρφωσαν
σε ένα ξερό παλλούκι

Αχ Κύπρος των προδοτών των χιλιοπουλημένων

 


.....................................

 

 

Κλαύδια


«Βάρβαρα τα βάρβαρα και Σάρα μου τα κάρα,

άβαρα τα βάρβαρα και βάρα βάρα βάρα,

άβαρα βαρράβαβα και κάμαρα τα κάρα,

τάρταρα βάρραβα και Σάρα μου τα Μάρα»


Χορεύουνε και τραγουδούν, πίνουνε και γλεντάνε,

σαν τίποτα δεν έγινε, σαν νά ΄τανε Σαββάτο,

σαν νά ΄τανε γιορτή σαν να ΄τανε αργία.

Κανείς δεν ελυπήθηκε -άλλ΄ ήταν η αιτία.

Αυξάνονται, πληθύνονται του Αβραάμ τα τέκνα

κι ο Ιησούς δεν έβλαψεν καμιάν φορά κανένα.
Ο ζηλωτής ο Βαρραβάς εσκότωσεν Ρωμαίο,

Κι ο Πιλάτος ανασήκωσε με απάθεια τους ώμους

ένυψε τας χείρας του και ρούφηξε τ΄ αυγό του.

 

Η Κλαύδια προσπάθησε, αλλά και πάλι τζίφος

Και οι Εβραίοι φώναζαν:

« ΘΕΟΣ
ΜΕΖΟΥΜΆΝ ΜΠΙΛΒΆΝΤ»




Κρυπτόλεξον
σ.σ εβρ. μεζουμάν μπιλβάντ ( מזומן בלבד ) σημαίνει μόνο μετρητά

 


Ε Ρ Ω Τ Ι Κ ΟΣ   Κ Υ Κ Λ Ο Σ

 


Ποιός έρωτας;

 

«Αχ έρωτα, έρωτα, ανίκητε στη μάχη»


«Ο Έρωτας προήλθε από το κοσμικόν αυγόν 

που άφησε η Νύχτα στους κόλπους του Ερέβους»

Αυτα μας επαρέδωσε ο ορφικός χρησμός.

Μα η Θεογονία του Ησίοδου μας λέει το εξης:
«Ο Έρωτας προέκυψε από το Χάος και τη Γή»
Αυτά, όμως επροέκηψαν προ-ομηρικώς.
Μα σήμερα, καμμίαν απολύτως σημασίαν δεν έχουνε αυτά. Ο έρωτας ο επιστημονικός

Άκου λοιπόν εσύ, τη γνώμην μου, προσεκτικά γι΄αυτήν την ιστορία,
γιατί στην σύγχρονη μας εποχή,
η τηλεόραση, το Internet και τo HD
τα έχει κάμει όλα shit. Γι΄αυτό, πάρε ανα-πνοή

Πρωί-πρωί σπεύδει ο δότης να κάμνει καταθέσεις,
γιατί ωάριο συν σπερματοζωάριο δημιουργούσιν τέκνα μακρουλόστενα για να ζεσταίνονοται στον δοκιμαστικό σωλήνα.

Υπάρχει και ωράριο....

Αχ τί ρομαντικά!!

Χί και Ψί κάμνουν αρσενικό παιδί, Χί και Χί μας κάμνουν τί:

Υδρογόνο και άζωτο και λίγο ψωμί άζυμο και μια πορνοταινία.
Τί ωραιότις! Με τα δυό χεράκια πλάθω σπερματο-ζωάκια
Σε όλους αρέσουν τα ζωάκια,
και ειδικά ο φούρναρης επιστήμονας εγέννησεν
και εμεγάλωσεν τη προβατίνα Ντόλυ
Επτα χρόνια μετά,

η Ντόλυ ετοποθετήθηκε με πατατούλες στο ταψί.

Κι ο Έρωτας, ο Ερωτας απέθανε στη μάχη


.....................................

 

«Πλείη μεν γαρ γαία κακών πλείη δε θάλασσα»


Κι ο Έρωτας ξεκίνησε με προκαταρτικά.
(Εξέτασε και διερεύνησε διεξοδικά).

Ο Έρωτας ο παιδικός, ο καθ΄ εαυτώ πλατωνικός,
είναι αγνός, πολύ αργός είναι και αυστηρώς ιδεολογικός.
(Ο Ερωτας, ο ελληνικός είναι γρήγορος και βιαστικός,
είναι ηλεκτρονικός είναι σαχλός- δεν είναι καθόλου βολικός.)
Ο Έρωτας ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ, δεν είν΄αυτός, δεν είν΄αυτός.

Ο Έρωτας δεν βρίσκεται επάνω στις καρδιές μας.
(Σε άλλο μέρος φαίνεται να έχει κατοικίσει).
Ο Έρωτας ο ξαφνικός είν΄ ο μεγαλύτερος εχθρός,
είναι απρόβλεπτος και κεραυνο-βολικός.
Ο Έρωτας είναι πόλεμος σκληρός και εξουθενωτικός.

Και δεν χτυπάει ούτε στα μυαλά και ούτε στα κεφάλια.
ο Έρωτας ο θηλυκός είναι ακριβός πανάκριβος, γιατί όλα μας τα παίρνει
και είναι φανερά εισπρακτοοικονομικός. Αγόρασε και πούλα.

-Και τί να κάμω δάσκαλε και τί να κάμω πές μου.
Ό,τι μα ό,τι κι αν μου πείς εγώ θ΄ακολουθήσω.
Εσυ είσαι το φώς το μακρινό, αλλού ξημερημένο.
Γι αυτό σε μας φανέρωσε, τα βάθυ του μυαλού σου.

-Δάφνι, άκουμε και μην στραβοκοιτάξεις,
Ο Έρωτας ο γεροντικός είναι απαίσιος και παρανοϊκός.
Εσύ είσαι νέος και ανώριμος θα πάθες και θα μάθεις.
Σαν χάννος μες τα δύχτια του ψαρά, θα πέσεις για να μάθεις.

-Φύγε, φύγε έρωτα εμένα να μου λείπεις.

-Τί είναι μωρέ ο έρωτας, εσώρουχο, που το πετάς και βγάζεις;
Η αγάπη και ο έρωτας είναι κάλυψη κι απόκρυψη μαζί.
Θα πάθεις και θα μάθεις
«Το πεπρωμένον φυγήν αδύνατον»

 

.....................................

 


Δάφνη

-Του καφενείου η πόρτα είναι κλειστή
Που πήγε η πελατεία;
Παλιά όλο χαρές και γέλια,
στου καφενείου την άκρη κάθονταν σε πλαστικές καρέκλες,
την τσόχα ευλαβικά άφηναν, κι αρχίζανε την πρέφα,
το ουίσκι μεταλάμβαναν σαν θεία κοινωνία,
σαν σε θρησκευτική κατάνυξη κι απόλυτη ευτυχία.
Όλα μα όλα στράβωσαν, ανάποδα γυρίσαν;
Δεν είναι καν εννιά, δεν είναι ούτε δέκα,
πού είναι τα τεμπελόσκυλλα για να κοπροσκυλιάσουν; 

Σήφη, έλα ΄δώ και πές μου τί συμβαίνει;
Πού είναι το χωριό και πού είναι οι γέροι;
Πού είναι οι νέοι και πού η πελατεία;
Φύσυξε αγέρας δυνατός και σήκωσε βοριάρης;
Θανατικό τους έφαγε ή κανάς πόλεμος μεγάλος;
Φτώχεια και πείνα ζοφερή ή καμιά άλλη αιτία; 
Πές μου σε παρακαλώ, πές μου τί τους συμβαίνει;
Τί έγινε, πώς έγινε και πού είν΄οι γέροι;

-Αλήθεια δεν τα έμαθες δεν ξέρεις τι συμβαίνει;
Η πικρο Δάφνη ήρθε στο χωριό, στο παλιό της το λιμέρι!
Οι άντρες έτρεξαν μαζί,
να την προϋπαντήσουν.
Ψωμί, νερό, φαϊ ό,τι τραβά η ψυχή της.
Για λίγες μόνο μέρες,
μας είπε πώς θα μείνει.

-Α, καλά που μου το πρόλαβες, καλά που μου το είπες.
Φέρτο κρασί.
Τρέχω και ‘γώ, να πάω στο πορνείο
Mbrusco σημαίνει άγριο





Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ο


ΖΩΗ,
τελειώνω, μαζεύω και φεύγω.
Ζητώ συγνώμη που σε έχω αφήσει τόσο καιρό να πιστεύεις σε ΄μένα.
Εκείνα τα χρόνια τα θυμούμαι σαν ξένα, η πόρτα κλειστή
κι έχω δέσει το σχοινί,
δεν θέλει κλάματα ούτε δικιολογίες.
Άιντε αδιασε μου τη γωνιά και στρίβε τώρα αμέσως.

Δεν άντεξα και λύγησα,
γι΄ αυτό παράτησε με.
Ήσουνα νέα, όμορφη και τέρμα τρελλαμένη.
Εσύ ζωή μου παστρικιά, εσύ ψυχή μου ατιμασμένη.
Καθρέφτη καθρεφτάκι μου, μαχαίρι μου κρυμμένο
σβύννω, τελειώνω χάνουμαι, βαρέθηκα και φεύγω.
Πολιτική και θέατρο ταινία σ΄ εξουσία,
Το χαρτοφύλακα μου τον κλειστό τώρα μπροστά σου, αφήνω
Πάτα 7 και 13.

Πεθαίνω και σ΄αποχαιρετώ, σ΄αφήνω κι άντε γειά σου,

Βάλε όλη σου τη δύναμη, για να τα καταφέρεις.

Ma se la vi
κι arrivederci χώμα.

-Τέλος-
Ανάλυση στο:  
Αποθηκεύστε στο:
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Συνολικες Προβολες